Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Ο Λέντης ο πυρασβέστης και οι ερωτικές περιπέτειες της κόρης του

Σήμερα θέλω να σας πω την ιστορία του Λέντη του πυρασβέστη. Ο Λέντης που λέτε ήταν ένα θύμα των καταστάσεων και των γονιών του. Από μικρός ήθελε να γίνει μέλος του υποκόσμου και είχε αποκτήσει τις κατάλληλες γνωριμίες πριν καν ενηλικιωθεί.
Οι γονείς του Λέντη, συνταξιοδοτημένοι δάσκαλοι πριν αυτός μπει στην εφηβία, δεν ήθελαν ο γιος τους να ακολουθήσει αυτή την καριέρα και τον πίεζαν να τελειώσει το λύκειο και να διοριστεί στο δημόσιο. Ο πατέρας του, έχοντας πολλές γνωριμίες, κυρίως τον βουλευτή πρωτοξάδερφό του, μπορούσε εύκολα να βρει δουλειά στον Λέντη σε κάποια δημόσια υπηρεσία.
Μοναχοπαίδι δεν ήταν ο Λέντης, αν και πολλοί δεν ήξεραν καν την ύπαρξη των τρίδυμων αδερφών του. Τρεις αδερφές είχε ο Λέντης, εικοσιτρία χρόνια μεγαλύτερές του, σχεδόν δεν τις γνώρισε. Σε αυτό βοήθησε και η μετακόμισή των από την Έδεσσα στη Μασσαλία (στην Έδεσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Λέντης), όπου άνοιξαν ένα εστιατόριο, το οποίο μετέπειτα κύρηξε πτώχευση και οι αδερφές πήγαν να δουλέψουν ως υπηρετικό προσωπικό στο σπίτι κάποιου πλούσιου μεγιστάνα, κληρονόμου της πάμπλουτης γυναίκας του την οποία σκότωσε ο πατέρας της με σκοπό να πάρει την κληρονομιά. Όταν ο Λέντης ρωτούσε τους γονείς του τι πήρε ο πατέρας της, έπαιρνε την απάντηση "ένα κελί δύο επί δύο και έξι κιλά παπάρια". Το "ένα κελί δύο επί δυο" ο Λέντης το κατάλαβε μετά τις πρώτες του επαφές με τον υπόκοσμο, τα "έξι κιλά παπάρια" όμως έπρεπε να πάρει τον πρώτο του μισθό πυρασβέστη για να το καταλάβει.
Τελειώνοντας το Λύκειο στα 20, έχοντας χάσει δύο χρόνια, ο Λέντης γυρνούσε από δουλειά σε δουλειά μέχρι τα 26 του, όταν ο θείος του αποφάσισε να τον τοποθετήσει υπάλληλο στο Πυροσβεστικό Σώμα και να τον στείλει να ζήσει στην Αθήνα. Ο Λέντης μπορεί να μην ήθελε αυτή τη δουλειά, αλλά να κάνει καριέρα ως μαφιόζος, αλλά βοήθησε η φιλοσοφία του καράτε που είχε ασπαστεί, η κόκκινη ζώνη που με τόσο κόπο είχε κερδίσει, αλλά και η δερμάτινη ζώνη του πατέρα του που δεν ήθελε να δει το παιδί του μέλος του υποκόσμου.
Πέρασαν τα χρόνια σε μια ζωή σκέτη ρουτίνα, σπίτι-δουλειά-σπίτι όπως του έλεγαν οι συνάδελφοί του, ο Λέντης στα 34 του χρόνια παντρεύτηκε μια κοπέλα, 8 χρόνια μικρότερη, από τη νεολαία του κόμματος στο οποίο συμμετείχε ο θείος του. Ευτυχώς για τον Λέντη, η κοπέλα φορούσε μικρό νούμερο παντόφλα και τα πράγματα ήταν καλύτερα από τους καιρούς της δερμάτινης ζώνης. Μαζί της απέκτησε μια κόρη, την Ευμορφία, για τους φίλους "Μορφίνη" και για το αγόρι της "κουρκουμπίνιμου".
Όταν η Μορφίνη (Μορφίνη μου έλεγε κι εμένα να την αποκαλώ όσο κάναμε παρέα) έκλεινε τα δεκαεπτά, ζήτησε από τους γονείς της να κάνει στο σπίτι ένα "πάρτυ για καμιά δεκαριά άτομα". Ο Λέντης φυσικά δε μπορούσε να χαλάσει χατίρι στη μονάκριβή του κόρη, όπως δεν της χάλασε χατήρι για τις πολλαπλές τρύπες σε όλο της το κορμί, τα τέσσερα τατουάζ, το μωβ μαλλί και μετέπειτα το ξυρισμένο κεφάλι, οι καλοκαιρινές (και όχι μόνο) δουλειές ως χορεύτρια σε ένα μαγαζί που μάλλον με βαγόνι του μετρό έμοιαζε με τόσες μπάρες και το κάπνισμα (το οποίο περιέργως η Μορφίνη έκοψε όταν γνώρισε το αγόρι της).
Όταν έφτασαν τα γενέθλιά της, τη δεύτερη ημέρα του Σεπτεμβρίου, έγινε το "πάρτυ για καμιά δεκαριά άτομα" της Μορφίνης, στο οποίο ήρθαν περίπου σαράντα άτομα παραπλήσιας ηλικίας και παρόμοιας εμφάνισης. Το μόνο άτομο που ξεχώριζε μέσα στο πλήθος ήταν ο Μανούσος, το αγόρι της Μορφίνης, γόνος Κρητικής οικογενείας που είχε μετακομίσει στην Αθήνα πριν τρία ή τέσσερα χρόνια.
Καθόλου δεν έμοιαζε ο Μανούσος με τους Κρητικούς όπως τους είχε στο μυαλό του ο Λέντης. Ήταν ένα μετρημένο παιδί, δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο πάνω του, εκτός ίσως τα μεγάλα γυαλιά του. Το είχε τιμή του και καμάρι του ο πατέρας της Μορφίνης που το αγόρι της κόρης του φέτος θα σήκωνε την ελληνική σημαία στα χέρια του, όπως καμάρωνε και για τις μαθητικές του επιδόσεις, τη μετρημένη του ζωή, την αποχή του από το αλκόολ, τα ξενύχτια, το τσιγάρο και τόσες άλλες κακές συνήθειες των εφήβων.
Εκείνη τη βραδιά ο Λέντης δεν έπρεπε να γυρίσει σπίτι πριν τις τέσσερις τα ξημερώματα για χάρη της κόρης του, οπότε προτίμησε αντί να παρακολουθήσει την αγρυπνία στο ναό του Οσίου Θεοκτίστου, όπως τον συμβούλεψε η γυναίκα του πριν φύγει για το καζίνο, να επισκεφτεί τον παιδικό του φίλο, Roberto, που το καλοκαίρι είχε γυρίσει πίσω στην Ελλάδα μετά από μια δεκαετή παραμονή στο σπίτι των γονιών του στη Σικελία.
Μετά από πολύωρη κουβέντα και όταν το ρολόι έδειχνε δύο και τέταρτο, ο Λέντης αποφάσισε ότι θα έμενε στο σπίτι του Roberto για τη βραδιά και γύρισε σπίτι μαζί με το φίλο του για να πάρει τις πυτζάμες του και τα σκεπάσματά του, διότι ο Roberto σαν κάθε εργένης δεν είχε δεύτερα. Για να μην ενοχλήσει, προτίμησε να ανέβει στο μπαλκόνι και να μπει από την πόρτα του δωματίου του.
Δεν πρόλαβε να ανοίξει την πόρτα ο Λέντης και αντίκρυσε μπροστά του ένα θέαμα φρικτό. Ένα κορίτσι και πέντε αγόρια γυμνά να συμμετέχουν σε ερωτικά όργια με την κόρη του και μεταξύ τους, αλλά και τον αγαπημένο του Μανούσο δεμένο σε μια καρέκλα να κοιτάζει ανήμπορος την κοπέλα του. Αφού έλυσε το Μανούσο και άρχισε να φωνάζει και να συμπεριφέρεται σαν τρελός, στο δωμάτιο έφτασε και ο Roberto. Κάποια στιγμή, ο Λέντης γύρισε προς τη γωνία στην οποία είχε τώρα σουφρώσει ο Μανούσος και παρατήρησε με πόση επιμονή κοίταζε ο νεαρός το σακάκι του Roberto. Πριν καν προλάβει να αρθρώσει λέξη ο πυρασβέστης, ο Μανούσος όρμηξε προς τον Σικελιανό, τράβηξε το όπλο που είχε μαζί του ο Roberto και με απόλυτη ψυχραιμία πυροβόλησε όλους τους εφήβους που συμμετείχαν στο όργιο της βραδιάς εκείνης. Το ξημέρωμα βρήκε τον Roberto και τον Λέντη να κοιτάζουν το άδειο εξάσφαιρο στα χέρια του Μανούσου και το δωμάτιο πλυμμηρισμένο με αίματα και μυαλά της Μορφίνης και των εραστών της.
Την επόμενη μέρα οι τρεις τους είχαν φύγει για την Σικελία και σε λιγότερο από μία εβδομάδα ήταν στην Κούβα. Η γυναίκα του Λέντη έχασε όλα τα χρήματά της εκείνη τη βραδιά και σήμερα είναι μοναχή. Ο Roberto πέθανε μετά από έξι μήνες από καρκίνο του δέρματος που είχε σχηματίσει πριν γυρίσει στην Ελλάδα και ξανασυναντήσει το Λέντη τη μοιραία εκείνη βραδιά. Ο Λέντης τώρα είναι γνωστός σαν Armando ο ποιμένας και ζει στην Κούβα μαζί με τον γιο του, Chavito, ή Μανούσο, όπως τον γνωρίσαμε εμείς. Και η Μορφίνη συνεχίζει τα όργια με τους φίλους της, όπου κι αν έχει πάει... Λένε μάλιστα ότι άρχισε πάλι το κάπνισμα...

Αυτή λοιπόν ήταν η ιστορία του Λέντη του πυρασβέστη και της κόρης του. Όσους διαβάσατε μέχρι εδώ, τουλάχιστον μπόρεσα να σας προξενήσω μια αγωνία για να διαβάσετε το τέλος ή απλά είστε φλώροι και ήρθατε κατευθείαν να δείτε τα πλάγια γράμματα επειδή βαριέστε. Ελπίζω να σας άρεσε. Συμβουλές δέχομαι από όσους το διάβασαν, συγχαρητήρια δε δέχομαι από κανέναν. Και μια συμβουλή: μην αφήνετε την αγωνία να σας παρασύρει. Ο Chavito σκότωσε επτά άτομα με εξάσφαιρο;