Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Απλά και μονολεκτικά, σκοτάδι

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ήρθε η ώρα να το γυρίσω στο στρατευμένο

σκοτάδι πισσοσκόταδο μαύρο σκοτάδι πίσσα
σκοτάδι τρισκατάρατο και τρισκοταδιασμένο
σκοτάδι εδώ σκοτάδι εκεί σκοτάδι παραπέρα
στα σπίτια και στην εξοχή παντού μόνο σκοτάδι

σκοτάδι που'σαι σκοτεινό σκοτάδι που'σαι μαύρο
σκοτάδι που το σκότος σου καλύπτει το σκοτάδι
της χωριανής σου το ρεβέρ και του μπαμπά σου ο γρύλλος
και κάθε εξαδέλφης σου η μπουγαδοκαλάθα

σκοτάδι έχει στα βουνά σκοτάδι και στους κάμπους
σκοτάδι έχει στα σχολειά σκοτάδι στις κοπάνες
σκοτάδι μες στην εκκλησιά σκοτάδι και απέξω
τόσο όμορφο και σκοτεινό που θέλω να τον παίξω

σκοτάδι πέφτει την αυγή σκοτάδι και το βράδυ
και μες στα σκοτεινά νερά τα ψάρια κολυμπάνε
στον ουρανό το σκοτεινό πετούν τα σκοτοπούλια
η Πούλια κι ο Αυγερινός κι αυτοί σκοτάδι ρίχνουν

σκοτάδι έχει στο χωριό σκοτάδι και στη χώρα
σκοτάδι στις ψαρόβαρκες σκοτάδι στ'ακρογυάλι
σκοτάδι βλέπει η κοπελιά σκοτάδι και η χήρα
κι έρχεται και το Μανολιό κρατεί κι αυτό σκοτάδι

σαν βγεις κι εσύ στον πηγαιμό για την Σκοτοιθάκη
να εύχεσαι ο δρόμος σου σκοτάδι μόνο να'χει
τον θυμωμένο Ποσειδών με σκότος να ημερέψεις
μνηστήρες εκατόν επτά με σκότος να σκοτώσεις

σκοτάδι πισσοσκόταδο και τρισκοταδιασμένο
σκοτάδι απλώθηκες παντού και γέμισες τον τόπο
σκοτάδι βλέπω ολημερίς σκοτάδι και τη νύχτα
σκοτάδι σκότος και σκατά άντε και καλή σας όρεξη

ΠΡΟΣΟΧΗ: Όσο στρατευμένο είδατε εσείς, άλλο τόσο είδα κι εγώ. Φάτε σκοτάδι τώρα

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Τα κάλαντα του καλοκαιριού

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σήμερα είναι η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, άρα και η αρχή του καλοκαιριού. Και μπορούσα εγώ να σας αφήσω χωρίς κάλαντα; Μπορούσα; Μπορούσα, αλλά αφού δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω είπα να γράψω καμιά μαλακία να περνάει η ώρα.

Νταπ ντούρου, νταπ νταπ ντουρούρου ρούρου
Νταπ ντούρου, νταπ νταπ ντουρούρου ρούρου
Νταπ ντούρου, νταπ νταπ ντουρούρου ρούρου
Νταπ ντούρου, νταπ νταπ ντουρούρου ρούρου

Θυμήσου τα καλοκαίρια άλλες εποχές
Που μ'ένα πεντοχίλιαρο γινόταν σεφτές

Τώρα που πας με δεκαπέντε ευρώ;
Φτωχούλης του θεού
Τώρα χρωστάμε και στη Μιχαλού
Μα και στο ΔουΝουΤού
Ου ου ου

Καλοκαιρινές διακοπές
Δεν κάνω
Τα καβούρια μέσα στις τσέπες
Δεν πιάνω
Καλοκαιρινές διακοπές
Δεν κάνω
Τα καβούρια μέσα στις τσέπες
Δεν πιάνω

Θυμήσου που το χαρτζιλίκι σου ήταν μια χήνα
Κερνούσες γκόμενα και φίλους και περνούσες και φίνα

Σου περισσεύανε και για ταξί
Και για κανένα σνακ
Και με τη γκόμενα τη δεύτερη
Να βγείτε στα κρυφά
Α α α

Καλοκαιρινές διακοπές
Δεν κάνω
Τα καβούρια μέσα στις τσέπες
Δεν πιάνω
Καλοκαιρινές διακοπές
Δεν κάνω
Τα καβούρια μέσα στις τσέπες
Δεν πιάνω

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Πανσέληνος

ΠΡΟΣΟΧΗ: Είναι ποίηση...Όχι στιχουργική!!
Μου'παν έχει απόψε πανσέληνο μεγάλη
Πανσέληνο μοναδική μέσα σε χρόνια ολάκερα
Μα εγώ κοιτάζω το φεγγάρι κάθε βράδυ
Και πανσελήνους έχω δει με το τσουβάλι
Κι αντί για την πανσέληνο ένα βράδυ
Αντί για το ουράνιο σέλινο είδα μαϊντανό
Κι ερχόταν ως εμένα η μυρωδιά του
Και τελικά βαρέθηκα και ξαναμπήκα μέσα
...γιατί έκανε και κρύο και το'χα δαγκώσει
Του σέλινου η γεύση δε με τρελαίνει
Κι ο μαϊντανός καλός, μα σκέτος τι να πει
Το σκόρδο είναι ωραίο στο γιαούρτι
...να γίνεται τζατζίκι
Και πέρα απ'τον ορίζοντα η βρώμα του να φτάνει
Γι'αυτό αν ποτέ στον ουρανό δω σκόρδα
Θα βγω με το μαχαίρι να τα ψιλοκόψω
Του γαλαξία το γάλα θα το πήξω
Γιαούρτι να το κάνω και να τα ανακατέψω
Καρότο δε θα βάλω στο τζατζίκι
Τη γεύση του δεν την καταλαβαίνω
...και το χρώμα μου τη σπάει
Κι αγγούρι που θα βρω να ψιλοκόψω μη ρωτάτε
Αγγούρια έχουμε φάει πολλά στη ζωή μας
...και προβλέπεται να φάμε κι άλλα
Γι'αυτό αφήστε την πανσέληνο και προσπαθήστε
Να φάτε όσο το δυνατό λιγότερα αγγούρια
ΠΡΟΣΟΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Ήταν κόκα... Όχι άχνη ζάχαρη!!

Η κυρά Σαρακοστή

Η κυρά Σαρακοστή
έχει ραπτομηχανή
και γαζώνει και μπαλώνει
του Χριστού το παντελόνι
Η κυρά Σαρακοστή
έχει κότες στην αυλή
κότες και κοτόπουλα
μαύρους κι εβραιόπουλα
Η κυρά Σαρακοστή
είναι γκόμενα καλή
Κι αφού έχει πόδια εφτά
Έχει έξι τα μουνιά
Η κυρά Σαρακοστή
φέγγεται και περπατεί
και μαθαίνει γράμματα
Χέζε τα και γάμα τα

Μην κατηγορείτε τη Μπεμπέ Λιλή!!

ΠΡΟΣΟΧΗ!! Μην κατηγορείτε την Μπεμπέ Λιλή γιατί και η δική σας η γενιά δεν ήταν καλύτερη. Πάμε να δούμε.

Η γιαγιά μας η καλή Έχει κότες στην αυλή Κότες και κοτόπουλα Χήνες και χηνόπουλα (2)

Άσπρη πάπια με παπιά Γάιδαρο με τόσα αυτιά Γαλοπούλες κι ένα γάλο Φουσκωμένο και μεγάλο (2)

Και τον πρώτο πετεινό Μέσα σ’όλο το χωριό Που λαλεί καθέ πρωί Στης γιαγιάς μας την αυλή.

Η γιαγιά μας η καλή Έχει ραπτομήχανη Και γαζώνει και μπαλώνει Του παππού το πάντελόνι.

Το ωραιότατο παράδειγμα. Η γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι, δούλα του άντρα. Ας πρόσεχε ο παππούς όταν φυστίκωνε την κόρη του γείτονα στα λαγκάδια να μην ξήλωνε το παντελόνι του. Ουστ!!

Στην καρέκλα την παλιά με κατάσπρα τα μαλλιά Ο γερο -παππούς κοιμάται μη μιλάτε– μη μιλάτε.

Μουρμουρίζει σιγανά μες στον ύπνο και γελά Μη μιλάται και ξυπνήσει γιατί τ’ όνειρο θα σβήσει.

Κι είναι τ’ όνειρο γλυκό κι είναι τόσο μαγικό Ο παππούς βλέπει λιγάκι πως ξανάγινε παιδάκι.

Τη χαρά του που και που βλέπει ακόμα ένάν παππού Που τον εκρατά στα στήθια και του λέει παραμύθια.

Στην καρέκλα την παλιά με κατάσπρα τα μαλλιά Ο γερο –παππούς κοιμάται μη μιλάτε– μη μιλάτε.Θέλεις να σου πω τι όνειρο βλέπει ο δικός μου ο παππούς και γελάει; Δεν είναι καλύτερο από την παιδεραστία αλλά κι η δική σας η γενιά είχε τα αντίστοιχα τραγουδάκια για τους παππούδες.

Π.: Δεν περνάς, κυρα -Μαρία δεν περνάς, δεν περνάς. Δεν περνάς, κυρα -Μαρία δεν περνάς, περνάς.

Μ.: Θα υπάγω εις τους κήπους δεν περνώ, δεν περνώ. Θα υπάγω εις τους κήπους δεν περνώ, περνώ.

Π.: Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, δεν περνάς. Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, περνάς.

Μ.: Θα μαζέψω δυο βιολέτες δεν περνώ, δεν περνώ. Θα μαζέψω δυο βιολέτες δεν περνώ, περνώ.

Π.: Τι τις θέλεις τις βιολέτες δεν περνάς, δεν περνάς. Τι τις θέλεις τις βιολέτες δεν περνάς, περνάς.

Μ.: Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, δεν περνώ. Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, περνώ

Π.: Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, δεν περνάς. Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, περνάς.

Η κυρά - Μαρία διαλέγει από τον κύκλο ένα παιδί, λ.χ. τη Σούλα, και λέει:

Η καλή μου είναι η Σούλα δεν περνώ, δεν περνώ. Η καλή μου είναι η Σούλα δεν περνώ, περνώ.

Τότε η Σούλα αφήνει τον κύκλο και βγαίνει έξω, πιάνεται σταυρωτά με την κυρά -Μαρία και τριγυρίζουν κι οι δυο μαζί τραγουδώντας τα επόμενα και διαλέγοντας άλλες «καλές».

Και ποια άλλη είναι η καλή σου δεν περνάς, δεν περνάς. κ.λ.π. Η καλή μου είναι η Στέλλα. Ο καλός μου είναι ο Φάνης. κ.λ.π.

Στο παραπάνω κομμάτι βλέπουμε πως γινόταν τα χαριεντίσματα και οι αλλαξοκωλιές μεταξύ μικρών παιδιών, ετεροφυλικά αλλά και ομοφυλικά. Όπου δηλαδή το πρώτο παιδί διαλέγει τον καλό του ή την καλή του και μετά εκείνο κάνει τη Μαρία (όπως όταν παίζεται το παιχνίδι "Η Ντίνα και οι 49 γαμιάδες" ένας από τους 50 φαντάρους στο θάλαμο πρέπει να κάνει τη Ντίνα) και μετά διαλέγει κάποιο άλλο και πάει λέγοντας. Ωραία πράματα.

Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό, να μαθαίνω γράμματα, γράμματα σπουδάματα, του θεού τα πράματα.

Αίσχος, ντροπή και όνειδος!! Ένα τραγούδι που συντηρεί εδώ και αιώνες μία κοινωνία Χριστιανών και Εβραίων (του θεού τα πράματα) αλλά και μία κοινωνία της οποίας μοναδικός σκοπός είναι να παπαγαλίζονται οι γνώσεις που προσφέρει το σχολείο και να τροφοδοτεί τα πανεπιστήμια.

Δέκα μικρ’ αραπάκια σε μια γειτονιά Χάθηκε το ένα και μείνανε εννιά.

Γειτονιά η γκέτο;

Εννιά μικρά αραπάκια παίζανε κρυφτό Κρύφτηκε το ένα και μείνανε οχτώ.

Μήπως κρυβόταν από την αστυνομία και το ένα το πιάσανε;

Οχτώ μικρά αραπάκια φρούτα τρων κλεφτά Πιάστηκε το ένα και μείνανε εφτά.

Γιατί άσπρε φίλε μου, εσύ είσαι τίμιος και δεν έχεις φάει φρούτα κλεφτά;

Εφτά μικρά αραπάκια ξύπνησαν πριν φέξει Τόνα ξανακοιμήθηκε και μείναν μόνο έξι.

Γιατί ξύπνησαν πριν φέξει και γιατί αυτό που ξανακοιμήθηκε χάθηκε; Μα γιατί δεν πήγε να δουλέψει και το αφεντικό του το σκότωσε.

Έξι μικρά αραπάκια στη βροχή κοιμούνται Πούντιασε το ένα πάει και μείναν μόνο πέντε.

Αλλά και τα άλλα έξι τελικά δούλοι παρέμειναν και κοιμούνται στη βροχή.

Πέντε μικρά αραπάκια μπαίνουν στη σειρά Ξέφυγε το ένα πάει και μείναν τέσσερα.

Τους έβαλε λοιπόν στη σειρά δεμένους το αφεντικό να σύρουν ζευγάρι αλλά το ένα την έκανε.

Τέσσερα μκρά αραπάκια πάνε στην κυρία Κράτησε τα ένα πάει και μείναν μόνο τρία.

Από τα τέσσερα που έμειναν κάποιο έπρεπε όμως να ευχαριστήσει και την κυρία γιατί το αφεντικό έπινε, είχε δουλειές, είχε πατήσει και τα 55, δε μπόραγε.

Τρία μικρά αραπάκια πάνε στο σχολείο Έμεινε το ένα πάει και μείναν μόνο δύο.

Κανονικά εκείνα τα δύο που φεύγουν δε θεωρούνται χαμένα και αμόρφωτα;

Δύο μκρά αραπάκια έρχονται σε μένα Κράτησα το ένα πάει κι έμεινε μόνο ένα.

Τελικά στη ζητιανά κατέληξαν και χωρίστηκαν.

Ένα μικρό αραπάκι βρίσκει μια γυναίκα Την παντρεύεται και κάνει αραπάκια δέκα.

Γιατί αν δε γεννήσει το αραπάκι πού θα βρούμε δούλους;

Σα δε ντρεπόμαστε λέω 'γω!!

ΜΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΤΕ ΤΗ ΜΠΕΜΠΕ ΛΙΛΗ!! Εσείς που στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και τα τραγούδια σας λέγατε ελεύθερα "Θα φέρω τον αράπη, το μαύρο, το σκύλο, τον μπλακ, τον ταμ-ταμ-ταμ" κι εμείς αν πούμε "άντε γαμήσου" μας χώνετε πρόστιμα από το ΕΣΡ και βάζετε το ασπρόμαυρο ταμπελάκι στους δίσκους μας. Άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, κόκκινοι, σεξ κάνουν όλοι, αλλά αράπη λευκό δεν έχω δει ποτέ μου. Ποιός είναι ο μηχανορράφος κύριοι και ποιός πέρασε υποσυνείδητα μυνήματα στη νέα γενιά; Πόσων από εσάς τα παιδιά ήξεραν ότι ο αράπης είναι προσβλητική λέξη πριν γίνουν δέκα-δώδεκα χρονών;

Ως γνωστόν, όταν γεράσει ο διάβολος γίνεται καλόγερος. Γλύφει εκεί που έφτυσε αλλά κυρίως το αντίθετο: Γίνεται πολέμιος του ίδιου του εαυτού του. Τουλάχιστον μην προβάλλετε τους εαυτούς σας ως καλύτερους.

Η Πεντάχρονη κι ο Παιδέρας

ΠΡΟΣΟΧΗ: Έχω καιρό να γράψω μια ιστοριούλα έτσι να φχαριστηθούμε λίγο. Κώλος τυχαίος, 1 Φεβρουαρίου είχα γράψει για την Νύμφη Ευρυδίκη την Αθηναία, 1 Φεβρουαρίου είχε ανέβει και η ιστορία των Τριών Ιεραρχών όπως ακούστηκε στον STOPfm. Πριν λοιπόν ξεκινήσω τον προεκλογικό μου αγώνα (θα κατέβω για περιφερειάρχης, δε σας το είπα;), πιστεύω πως πρέπει να αφήσω άλλη μία ιστορία με αρχή, μέση και τέλος μεταξύ των ηλιθίων και ανωρίμων άρθρων μου.

Στη Ρούλα δεν άρεσε καθόλου που οι γονείς της μετακόμιζαν στην εξοχή. Περνούσε πολύ ωραία στο καυσαέριο της Αθήνας και εκεί είχε όλους τους φίλους της. Χώρια που θα έπρεπε να ξυπνάει πολύ πιο νωρίς για να προλαβαίνει το σχολείο. Μα γαμώ το φελέκι μου, η Ρούλα ήταν πέντε χρονών, σιγά μην σκεφτόταν όλο αυτό το κατεβατό, απλά δε γούσταρε τη μετακόμιση. Και που να δείτε τι προβλήματα έβγαζε στην εφηβεία το κωλόπαιδο, ειδικά κάθε 9 του μήνα!!

Το καινούριο σπίτι της Ρούλας ήταν μεγάλο, με χώρο για τον μαμά και την μπαμπά, την παππού και τον γιαγιά και την άλλη παππού γιατί ο άλλος γιαγιάς τον είχε πατήσει οδοστρωτήρας και από τουρέ τον έκανε πουρέ. Δίπλα τους, στα πεντακόσια μέτρα μακρυά τους δηλαδή γιατί είχαν και μία τεράστια ιδιόκτητη έκταση γύρω από το σπίτι, έμενε ένας γεράκος σε ένα ακόμη πιο μεγάλο σπίτι, αλλά δεν είχε ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά.

Ο γεράκος χαιρετούσε κάθε πρωί τη Ρούλα αλλά αυτή τον ντρεπόταν λίγο. Μετά από κανένα μήνα όμως λύγισε και του μιλούσε κι αυτή όλο και περισσότερο. Με τα πολλά-πολλά έγιναν καλοί φίλοι και η Ρούλα πήγαινε συχνά-πυνκά στο σπίτι του. Ο γεράκος της έμαθε να γράφει και να διαβάζει πριν πάει στο δημοτικό. Πάρα πολύ την αγαπούσε τη Ρούλα. Κι εκείνη τον αγαπούσε το γεράκο, τόσο που όταν έφτασε η στιγμή να πάει στο σχολείο δεν ήθελε. Ο γεράκος όμως πέθανε δυο μέρες μετά και η Ρούλα ευτυχώς τον ξέχασε γρήγορα.

Ο πατέρας της Ρούλας ήταν αλκοολικός και παιδεραστής. Κι αντί να επευφημούμε το γεράκο που τη γλύτωσε για ένα-ενάμιση χρόνο από τον παπάρα περιμένουμε πως και πως να προχωρήσει λίγο το στόρυ και να δούμε τον γεράκο να ξεπαρθενιάζει το κοριτσάκι και του ρίχνουμε και το φταίξιμο μετά που πέθανε επειδή η Ρούλα έχει πάει 17 και έχει γίνει τέτοιο σκατόπαιδο που δεν την πλησιάζει άνθρωπος. Άντε σα δε ντρεπόμαστε λίγο λέω εγώ, πραγματικά περιμένατε κάτι τόσο προβλέψιμο από εμένα; Να πάτε να δείτε τηλεόραση!

http://opsaras.blogspot.com/